Με λένε Ειρήνη και είμαι σαράντα εννιά χρονών. Είμαι δασκάλα σε ένα δημοτικό σχολείο στα βόρεια προάστια της Αθήνας, και αν με ρωτήσεις να σου περιγράψω τη ζωή μου, θα σου πω ότι είναι μια ζωή γεμάτη φωνές παιδιών, χρωματιστά μολύβια, διορθώσεις τετραδίων μέχρι τα μεσάνυχτα, και μια μοναξιά που κανείς δεν υποψιάζεται. Ο άντρας μου έφυγε πριν από επτά χρόνια, όχι με δράματα και φωνές, αλλά με μια ήσυχη, αξιοπρεπή απόφαση που πήραμε μαζί, αναγνωρίζοντας ότι είχαμε γίνει δύο ξένοι που μοιράζονταν το ίδιο σπίτι. Τα παιδιά μου μεγάλωσαν και έφυγαν, ο γιος μου σπουδάζει στη Θεσσαλονίκη, η κόρη μου ζει στη Γερμανία με τον άντρα της, και εγώ έμεινα σε ένα διαμέρισμα τριών δωματίων που κάποτε ήταν γεμάτο ζωή και τώρα αντηχεί από την ησυχία. Δεν παραπονιέμαι. Έχω τη δουλειά μου, έχω τους μαθητές μου, έχω έναν κήπο στο μπαλκόνι που τον φροντίζω σαν να είναι παιδί. Αλλά υπάρχει κάτι που δεν σου λένε για τη μοναξιά των γυναικών της ηλικίας μου: ότι δεν είναι μόνο η απουσία ανθρώπων. Είναι η απουσία έκπληξης. Κάθε μέρα είναι ίδια με την προηγούμενη, κάθε εβδομάδα είναι μια επανάληψη της προηγούμενης, και κάποιες φορές νιώθω σαν να ζω σε μια ταινία που την έχω δει χίλιες φορές και ξέρω απέξω το τέλος.
Πάντα ήμουν άνθρωπος της τάξης, της προβλεψιμότητας, του προγράμματος. Σηκώνομαι στις έξι, πίνω καφέ, πηγαίνω στο σχολείο, γυρίζω σπίτι, μαγειρεύω, διορθώνω τετράδια, βλέπω λίγη τηλεόραση, κοιμάμαι. Το Σαββατοκύριακο πηγαίνω στη λαϊκή, επισκέπτομαι τη μάνα μου στο γηροκομείο, πίνω καφέ με μια φίλη αν έχουμε και οι δύο χρόνο. Αυτή είναι η ζωή μου. Και δεν είναι κακή ζωή. Είναι μια καλή, αξιοπρεπής, χρήσιμη ζωή. Αλλά υπάρχουν βράδια, ειδικά τα βράδια του χειμώνα, όταν ο αέρας έξω είναι κρύος και το σπίτι μου μοιάζει να με πνίγει, που αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάτι άλλο. Κάτι που να μην είναι υποχρέωση, κάτι που να μην είναι πρέπει, κάτι που να είναι απλώς δικό μου. Και κάποιες φορές, όταν κοιτάζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη, βλέπω μια γυναίκα που έχει ξεχάσει πώς είναι να νιώθει έκπληξη.
Όλα άρχισαν ένα βράδυ του Ιανουαρίου, όταν μια συνάδελφος, η Σοφία, μου έδειξε στο κινητό της κάτι που είχε κερδίσει. Δεν ήταν τίποτα τρελό, κάτι εκατό ευρώ, αλλά ήταν από ένα παιχνίδι σε ένα online καζίνο. Της είπα ότι είναι ανόητο, ότι αυτά είναι για χαζούς, ότι θα χάσει τα λεφτά της. Γέλασε και μου είπε ότι παίζει μόνο πέντε ευρώ τον μήνα, σαν να αγοράζει λαχείο, και ότι της αρέσει η αίσθηση της προσμονής. Εκείνη τη νύχτα, στο σπίτι, δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Σκεφτόμουν τα λόγια της. Όχι τα λεφτά. Την προσμονή. Πόσο καιρό είχα να νιώσω προσμονή για κάτι;
Έτσι, την επόμενη μέρα, αφού τελείωσα το μάθημα και διόρθωσα τα τετράδια, κάθισα στον υπολογιστή μου με ένα περίεργο μείγμα ντροπής και περιέργειας. Έψαξα στο ίντερνετ, διάβασα κριτικές, προσπάθησα να καταλάβω ποιο είναι ασφαλές και ποιο όχι. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε χίλιες επιλογές, βρήκα ένα μέρος που μου φάνηκε φιλικό, κατανοητό, χωρίς περιττές πολυπλοκότητες. Αποφάσισα να κάνω την εγγραφή μου, και θυμάμαι ότι το έκανα με μια αίσθηση παρανομίας, λες και παραβίαζα έναν άγραφο κανόνα που είχα θέσει στον εαυτό μου εδώ και χρόνια. Η
vavada εγγραφη ήταν απλή, σχεδόν απογοητευτικά απλή, χωρίς τις περίπλοκες διαδικασίες που περίμενα. Έβαλα δέκα ευρώ, και για πρώτη φορά στη ζωή μου, ένιωσα την καρδιά μου να χτυπάει λίγο πιο γρήγορα χωρίς να υπάρχει ιατρικός λόγος.
Το πρώτο παιχνίδι που άνοιξα ήταν κάτι με λουλούδια, πολύχρωμα, με ήχους που μου θύμιζαν την άνοιξη. Πάτησα το κουμπί, οι τροχοί γύρισαν, και έχασα. Δεν ένιωσα τίποτα. Πάτησα ξανά. Έχασα ξανά. Πάτησα ξανά. Και τότε, ξαφνικά, τα λουλούδια ευθυγραμμίστηκαν, οι ήχοι άλλαξαν, και ένα νούμερο εμφανίστηκε στην οθόνη: εβδομήντα πέντε ευρώ. Ήταν σαν να με χτύπησε κάτι στο στομάχι. Ένα μικρό, ηλεκτρικό χτύπημα. Χαμογέλασα. Δεν το είπα σε κανέναν. Το κράτησα για μένα, σαν ένα μικρό, παράνομο μυστικό. Τις επόμενες εβδομάδες, έπαιζα πού και πού. Πάντα λίγα ευρώ, πάντα μετά τη δουλειά, πάντα μόνη μου. Δεν το έβλεπα σαν τρόπο να βγάλω λεφτά. Το έβλεπα σαν ένα μικρό τελετουργικό, μια στιγμή όπου ήμουν εγώ και μόνο εγώ, χωρίς μαθητές, χωρίς γονείς, χωρίς ευθύνες. Και κάποιες φορές κέρδιζα. Μια φορά κέρδισα τριακόσια ευρώ σε ένα παιχνίδι με θέμα τη θάλασσα, και τα χρησιμοποίησα για να πάρω στη μάνα μου ένα ζευγάρι γυαλιά που ήθελε εδώ και μήνες. Όταν της τα έδωσα, με κοίταξε με απορία και με ρώτησε πού τα βρήκα. Της είπα ότι ήταν έκπτωση. Δεν ήθελα να της εξηγήσω. Δεν ήθελα να χαλάσω τη στιγμή με λογική.
Ένα βράδυ του Μαρτίου, όμως, συνέβη κάτι που με τάραξε. Είχα μόλις γυρίσει από μια μέρα που με είχε εξουθενώσει. Είχα έναν μαθητή που είχε προβλήματα στο σπίτι του, ένα παιδί που ερχόταν στο σχολείο με σημάδια που δεν ήθελα να ερμηνεύσω, και είχα περάσει την ημέρα προσπαθώντας να το προσεγγίσω, να του δώσω λίγη ασφάλεια, να του δείξω ότι κάποιος νοιάζεται. Ένιωθα ένα βάρος στο στήθος που δεν έφευγε. Κάθισα στον υπολογιστή μηχανικά, χωρίς να σκεφτώ. Μπήκα στο λογαριασμό μου, θυμήθηκα ότι κάποια στιγμή είχα κάνει την vavada εγγραφη μου μήνες πριν, και άνοιξα ένα παιχνίδι με ζωντανή ντίλερ, κάτι σαν ρουλέτα αλλά πιο περίπλοκο. Δεν ήξερα τους κανόνες. Δεν με ένοιαζε. Έβαλα είκοσι ευρώ, τα μισά από όσα είχα στον λογαριασμό μου εκείνο το βράδυ, και πάτησα το κουμπί. Η ντίλερ, μια γυναίκα με έντονο βλέμμα, γύρισε τη ρόδα. Η μπάλα χόρεψε, έπεσε, και σταμάτησε σε έναν αριθμό που δεν θυμάμαι. Αυτό που θυμάμαι είναι το ποσό που εμφανίστηκε στην οθόνη: χίλια διακόσια ευρώ.
Έμεινα ακίνητη. Δεν ούρλιαξα, δεν πανηγύρισα. Απλώς κοίταξα την οθόνη και ένιωσα κάτι να λύνεται μέσα μου. Δεν ήταν η χαρά του κέρδους. Ήταν κάτι άλλο. Ήταν σαν να μου έλεγε το σύμπαν ότι, ναι, υπάρχει και κάτι καλό, ακόμα και μετά από μια μέρα γεμάτη θλίψη και σιωπή. Έκλεισα τον υπολογιστή και κοιμήθηκα για πρώτη φορά μετά από καιρό χωρίς να νιώθω το βάρος στο στήθος. Την επόμενη μέρα, πήγα στη δουλειά και τα πάντα ήταν ίδια. Οι μαθητές, οι συνάδελφοι, οι διορθώσεις. Αλλά εγώ ήμουν διαφορετική. Είχα κάτι μέσα μου που δεν είχα πριν. Δεν ήταν τα χρήματα, αν και δεν θα πω ψέματα ότι δεν με βοήθησαν. Ήταν η αίσθηση ότι είχα τον έλεγχο. Ότι μπορούσα να επιλέξω πότε να παίξω, πόσα να βάλω, πότε να σταματήσω. Και αυτό, για μένα, ήταν επαναστατικό. Γιατί σε όλη μου τη ζωή, ο έλεγχος ήταν κάτι που μου έδιναν οι άλλοι, ή κάτι που προσπαθούσα να διατηρήσω με το ζόρι. Τώρα ήταν κάτι που το είχα μέσα μου, δικό μου.
Άρχισα να παίζω πιο τακτικά, αλλά πάντα με κανόνες. Ποτέ πάνω από πενήντα ευρώ την εβδομάδα. Ποτέ όταν ήμουν θυμωμένη ή λυπημένη. Ποτέ όταν είχα πιει. Το έβλεπα σαν ένα χόμπι, σαν κάτι που μου έδινε χαρά χωρίς να με καταστρέφει. Και κάποιες φορές κέρδιζα, κάποιες φορές έχανα. Αλλά ακόμα και όταν έχανα, δεν ένιωθα ότι είχα χάσει κάτι σημαντικό. Ένιωθα ότι είχα πληρώσει για μια εμπειρία, για λίγη ένταση, για λίγη ελπίδα. Και αυτό, για μένα, ήταν αρκετό. Μια φορά, μάλιστα, κέρδισα ένα ποσό που μου επέτρεψε να πάω ένα ταξίδι στην Κρήτη, κάτι που ήθελα από παιδί. Περπάτησα στα σοκάκια των Χανίων, έφαγα ντολμαδάκια σε μια ταβέρνα δίπλα στη θάλασσα, και για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα ότι ο κόσμος ήταν μεγάλος και ότι εγώ ήμουν μέρος του, όχι απλώς θεατής.
Ένα βράδυ, κάθισα με τη Σοφία σε ένα καφέ και της μίλησα για όλα. Για τη μοναξιά, για την περιέργεια, για τα παιχνίδια, για την vavada εγγραφη. Περίμενα να με κρίνει. Αντ' αυτού, με άκουσε προσεκτικά και μου είπε κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ: «Ειρήνη, όλοι χρειαζόμαστε ένα μέρος να ξεφύγουμε. Το θέμα είναι να ξέρουμε πού είναι η έξοδος». Και κατάλαβα ότι αυτό ήταν το πιο σημαντικό μάθημα. Ότι η απόδραση δεν είναι κακή, αρκεί να μην γίνει φυγή. Αρκεί να ξέρεις ότι μπορείς να γυρίσεις. Και εγώ ήξερα. Ήξερα ότι το παιχνίδι ήταν ένα κομμάτι της ζωής μου, όχι ολόκληρη η ζωή μου. Ήξερα ότι είχα τους μαθητές μου, είχα τη μάνα μου, είχα τη φίλη μου, είχα τον κήπο μου, είχα τα βιβλία μου, είχα τα όνειρά μου. Και ήξερα ότι το παιχνίδι ήταν απλώς ένα ακόμα χρώμα στον πίνακα της ζωής μου, όχι ολόκληρος ο πίνακας.
Δεν έγινα πλούσια. Δεν άφησα τη δουλειά μου. Δεν άλλαξα ζωή. Αλλά έμαθα κάτι πολύτιμο: ότι η ζωή δεν είναι μόνο καθήκον και θυσία. Είναι και μικρές στιγμές χαράς, μικρές στιγμές που σου θυμίζουν ότι είσαι άνθρωπος, όχι μηχανή. Και αν αυτές οι στιγμές έρχονται μέσα από ένα παιχνίδι στον υπολογιστή, τότε ποιος είμαι εγώ να τις αρνηθώ; Η vavada εγγραφη ήταν η αρχή, το μέσο, όχι ο σκοπός. Ήταν το μέρος όπου έμαθα να χαλαρώνω, να διασκεδάζω, να ρισκάρω με μέτρο, να χάνω και να μην καταστρέφομαι. Και πάνω απ' όλα, έμαθα ότι δεν χρειάζεται να είσαι κάποιος άλλος για να νιώσεις ζωντανός. Μπορείς να είσαι ο εαυτός σου, με την ποδιά σου, με τα τετράδιά σου, με τα λουλούδια σου στο μπαλκόνι, και να βρεις μια μικρή περιπέτεια μέσα στην οθόνη του υπολογιστή σου. Τώρα, κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ, αφιερώνω δέκα λεπτά στον εαυτό μου. Μερικές φορές παίζω, μερικές φορές απλώς κοιτάζω τα παιχνίδια, μερικές φορές δεν κάνω τίποτα. Αλλά πάντα, πριν κλείσω τον υπολογιστή, χαμογελάω. Γιατί ξέρω ότι αύριο θα ξυπνήσω, θα πάω στο σχολείο, θα διδάξω, θα κουραστώ, θα θυμώσω, θα λυπηθώ. Αλλά ξέρω επίσης ότι υπάρχει κάτι μικρό, κάτι δικό μου, που με περιμένει. Και αυτό, για μένα, είναι αρκετό.